baseline

 /ˈbeɪslaɪn/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
baseline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (guiding measurement)επίπεδο αναφοράς φρ ως ουσ ουδ
  γραμμή βάσης, επίπεδο βάσης φρ ως ουσ θηλ
  βασική τιμή φρ ως ουσ θηλ
baseline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (reference point)σημείο αναφοράς φρ ως ουσ ουδ
baseline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (baseball: line between bases) (μπέιζμπολ)γραμμή βάσεων φρ ως ουσ θηλ
baseline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tennis court marking) (τένις)μπέις λάιν φρ ως ουσ θηλ άκλ
Σχόλιο: ξενικό
baseline n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (standard)κανονικός επίθ
baseline [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, informal (establish reference point)καθορίζω βάση αναφοράς, καθορίζω σημείο αναφοράς περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση baseline στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'baseline'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης