baseline

 /ˈbeɪsˌlaɪn/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
baseline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (guiding measurement)επίπεδο αναφοράς φρ ως ουσ ουδ
  γραμμή βάσης, επίπεδο βάσης φρ ως ουσ θηλ
  βασική τιμή φρ ως ουσ θηλ
  (σε μελέτες)baseline ουσ θηλ άκλ
baseline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (reference point)σημείο αναφοράς φρ ως ουσ ουδ
baseline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (baseball: line between bases) (μπέιζμπολ)γραμμή βάσεων φρ ως ουσ θηλ
baseline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tennis court marking) (τένις)μπέις λάιν φρ ως ουσ θηλ άκλ
Σχόλιο: ξενικό
baseline n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (standard)κανονικός επίθ
baseline [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, informal (establish reference point)καθορίζω βάση αναφοράς, καθορίζω σημείο αναφοράς περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση baseline στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'baseline'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Word of the Day Holiday Poem Contest

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης