bass

Listen:
 [ˈbæs] [ˈbeɪs]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bass adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lowest: part or line in music)μπάσος επίθ
  (μεταφορικά)βαθύς επίθ
 Auditions will be held for the bass part.
bass adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having low pitch)μπάσος επίθ
  (μεταφορικά)βαθύς επίθ
 Everyone was startled by the sudden boom of a bass sound.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ακούστηκε ένας βαθύς ήχος και κανένας μας δεν ήξερε από πού ερχόταν.
bass,
double bass
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(large stringed instrument)μπάσο ουσ ουδ
 Jamie is going to play the bass at the jazz concert tonight.
 Ο Τζέιμι θα παίξει μπάσο στην αποψινή συναυλία τζαζ.
bass,
bass guitar
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rhythm guitar with four strings)μπάσο ουσ ουδ
 Howard plays bass in the rock band. My friend plays bass guitar.
 Ο Χάουαρντ παίζει μπάσο στο ροκ συγκρότημα.
bass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (low pitch) (συχνά πληθυντικός: μπάσα)μπάσο ουσ ουδ
 The bass on this stereo is too loud.
 Τα μπάσα σε αυτό το στερεοφωνικό είναι πολύ δυνατά.
bass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male voice)μπάσος επίθ ως ουσ αρσ
  βαθύφωνος επίθ ως ουσ αρσ
 Michael is a tenor, but Owen is a bass.
 Ο Μάικλ είναι τενόρος αλλά ο Όουεν είναι βαθύφωνος.
bass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fish)πέρκα ουσ θηλ
Σχόλιο: Ο όρος αναφέρεται επίσης σε διάφορα ψάρια της τάξης Περκόμορφα. Συναντάται συχνά το ψάρι sea bass, το οποίο μεταφράζεται ως λαβράκι.
 Ryan had hoped to catch some bass at the lake, but he returned home empty-handed.
 Ο Ράιαν ήλπιζε ότι θα πιάσει πέρκες στη λίμνη, αλλά γύρισε στο σπίτι με άδεια χέρια.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (knob to control low pitch)μπάσα ουσ ουδ πλ
 The treble is fine, but please adjust the bass.
bass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part in harmony) (συχνά πληθυντικός: μπάσα)μπάσο ουσ ουδ
 Steve always does the bass when we perform four-part harmonies.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bass clef nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (F-clef: music notation indicating pitch) (μουσική)κλειδί του φα ουσ ουδ
 I'm a soprano, so my part is always on the treble clef, and I have trouble sight-reading the bass clef.
bass drum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large percussion instrument)γρανκάσα ουσ θηλ
 Peter struck the bass drum vigourously.
bass guitar,
bass
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rhythm guitar with four strings)μπάσο ουσ ουδ άκλ
 My friend plays bass guitar in his band.
bass player,
bassist
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(musician: plays bass guitar)μπασίστας, μπασίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 There is only one bass player in the rhythm section.
bass player,
double bass player,
double bassist
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(musician: plays double bass) (παίζει κοντραμπάσο)μπασίστας, μπασίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  κοντραμπασίστας, κοντραμπασίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 George is the bass player in a jazz band.
bass reflex nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (loudspeaker system)ηχοσύστημα μπας ρεφλέξ περίφρ
double bass,
bass
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(large stringed instrument)κοντραμπάσο ουσ ουδ
 I've played the double bass since I was 14 years old.
 Παίζω κοντραμπάσο από 14 χρονών.
double-bass n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (relating to large stringed instrument)του κοντραμπάσο περίφρ
freshwater bass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fish) (ψάρι)λαβράκι του γλυκού νερού περίφρ
sea bass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marine fish)λαβράκι ουσ ουδ
 My favourite type of fish is sea bass.
 Το αγαπημένο μου ψάρι είναι το λαβράκι.
striped bass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of fish)γραμμωτό λαβράκι φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bass' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: [increase, decrease, amplify] the bass tones, [hit, pound on, play] the bass drum, plays the bass [guitar, clarinet, trombone], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bass στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bass'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: guest | cheapskate

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης