Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


best:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

best: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
bestadj (most excellent)καλύτερος, πιο καλός επίθ.
Note: καλύτερος, πιο καλός: υπερθετικός του “καλός”.
That's the best film I've ever seen.
Αυτή είναι η καλύτερη (or: πιο καλή) ταινία που έχω δει.
bestadj (most suitable) πιο κατάλληλοςκαλύτερος, πιο καλός επίθ.
Note: καλύτερος, πιο καλός: υπερθετικός του “καλός”.
He is the best candidate for the job.
Είναι ο καλύτερος (or: πιο καλός) υποψήφιος για τη δουλειά.
bestadj (most advantageous) πιο συμφέρωνκαλύτερος επίθ.
Note: καλύτερος: υπερθετικός του “καλός”.
What's the best thing we could do right now?
Ποιο είναι το καλύτερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε τώρα;
bestadv (superlative of well)καλύτερα, πιο καλά επίρ.
Note: Τροπικό επίρρημα, καλύτερα, πιο καλά: υπερθετικός του “καλά”
Of all the singers, she sings best.
Από όλους τους τραγουδιστές, καλύτερα (or: πιο καλά) τραγουδάει αυτή.
bestadv (most fully)περισσότερο από όλους, πιο πολύ από όλους έκφρ.
 καθομιλουμένηκαλύτερα από όλους, πιο καλά από όλους έκφρ.
Note: καλύτερα, πιο καλά: υπερθετικός του “καλά”
I like him best.
Αυτός μου αρέσει περισσότερο (or: πιο πολύ) από όλους.
Αυτός μου αρέσει καλύτερα (or: πιο καλά) από όλους.
bestadv (to the highest degree)πιο επίρ.
Note: Ποσοτικό επίρρημα.
She's the best qualified member of the team.
Είναι το πιο προσοντούχο μέλος της ομάδας.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "best".
Σύνθετοι Τύποι:
best friendn (most loyal friend) αργκό, καθομιλουμένηκολλητός ουσ.αρ.
 κολλητή ουσ.θηλ.
best mann (bridegroom's male attendant)κουμπάρος ουσ.αρ.
best mann figurative (most qualified competitor) μεταφορικάκαλύτερος, καταλληλότερος επίθ.
bestsellern (sth commercially popular)προϊόν μεγάλης εμπορικής επιτυχίας, μπεστ σέλερ ουσ.ουδ.
Note: μπεστ σέλερ: ξενικό, άκλιτο
do one's bestv (try one's hardest) προσπαθώ όσο πιο σκληρά μπορώκάνω ό,τι μπορώ, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου έκφρ.
do one's best to do sthv (try one's hardest to do sth) προσπαθώ όσο πιο σκληρά μπορώ να πετύχω κάτικάνω ό,τι μπορώ, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου έκφρ., προστ.
Note: κάνω ό,τι μπορώ, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου + για (πρόθ.) + να (πρόθ.)
do the best you canv (try your hardest) προσπάθησε όσο πιο σκληρά μπορείςκάνε ό,τι καλύτερο μπορείς, δώσε τον καλύτερο εαυτό σου, δώσε τα όλα έκφρ., προστ.
do your bestv (try your hardest) προσπάθησε όσο πιο σκληρά μπορείςκάνε ό,τι καλύτερο μπορείς, δώσε τον καλύτερο εαυτό σου, δώσε τα όλα έκφρ., προστ.
make the best ofvtr (do what one can with)αξιοποιώ ρ.μετ.
make the best of itv (cope, do what one can)αξιοποιώ ρ.μετ.
next best thingn (good substitute)καλό υποκατάστατο ουσ.ουδ.
put your best foot forwardv figurative (do the best you can)κάνω ότι καλύτερο μπορώ ρ.μετ.
put your best foot forwardv figurative (make a good impression)κάνω καλή εντύπωση ρ.μετ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'best' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.

Report an inappropriate ad