| Κύριες Μεταφράσεις |
| best | adj | (most excellent) | καλύτερος, πιο καλός επίθ. |
| Note: καλύτερος, πιο καλός: υπερθετικός του “καλός”. |
| That's the best film I've ever seen. |
| Αυτή είναι η καλύτερη (or: πιο καλή) ταινία που έχω δει. |
| best | adj | (most suitable) πιο κατάλληλος | καλύτερος, πιο καλός επίθ. |
| Note: καλύτερος, πιο καλός: υπερθετικός του “καλός”. |
| He is the best candidate for the job. |
| Είναι ο καλύτερος (or: πιο καλός) υποψήφιος για τη δουλειά. |
| best | adj | (most advantageous) πιο συμφέρων | καλύτερος επίθ. |
| Note: καλύτερος: υπερθετικός του “καλός”. |
| What's the best thing we could do right now? |
| Ποιο είναι το καλύτερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε τώρα; |
| best | adv | (superlative of well) | καλύτερα, πιο καλά επίρ. |
| Note: Τροπικό επίρρημα, καλύτερα, πιο καλά: υπερθετικός του “καλά” |
| Of all the singers, she sings best. |
| Από όλους τους τραγουδιστές, καλύτερα (or: πιο καλά) τραγουδάει αυτή. |
| best | adv | (most fully) | περισσότερο από όλους, πιο πολύ από όλους έκφρ. |
| | καθομιλουμένη | καλύτερα από όλους, πιο καλά από όλους έκφρ. |
| Note: καλύτερα, πιο καλά: υπερθετικός του “καλά” |
| I like him best. |
| Αυτός μου αρέσει περισσότερο (or: πιο πολύ) από όλους. |
| Αυτός μου αρέσει καλύτερα (or: πιο καλά) από όλους. |
| best | adv | (to the highest degree) | πιο επίρ. |
| Note: Ποσοτικό επίρρημα. |
| She's the best qualified member of the team. |
| Είναι το πιο προσοντούχο μέλος της ομάδας. |
| Προτείνετε βελτιώσεις για το "best". |
| Σύνθετοι Τύποι: |
| best friend | n | (most loyal friend) αργκό, καθομιλουμένη | κολλητός ουσ.αρ. |
| | | κολλητή ουσ.θηλ. |
| best man | n | (bridegroom's male attendant) | κουμπάρος ουσ.αρ. |
| best man | n | figurative (most qualified competitor) μεταφορικά | καλύτερος, καταλληλότερος επίθ. |
| bestseller | n | (sth commercially popular) | προϊόν μεγάλης εμπορικής επιτυχίας, μπεστ σέλερ ουσ.ουδ. |
| Note: μπεστ σέλερ: ξενικό, άκλιτο |
| do one's best | v | (try one's hardest) προσπαθώ όσο πιο σκληρά μπορώ | κάνω ό,τι μπορώ, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου έκφρ. |
| do one's best to do sth | v | (try one's hardest to do sth) προσπαθώ όσο πιο σκληρά μπορώ να πετύχω κάτι | κάνω ό,τι μπορώ, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου έκφρ., προστ. |
| Note: κάνω ό,τι μπορώ, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου + για (πρόθ.) + να (πρόθ.) |
| do the best you can | v | (try your hardest) προσπάθησε όσο πιο σκληρά μπορείς | κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς, δώσε τον καλύτερο εαυτό σου, δώσε τα όλα έκφρ., προστ. |
| do your best | v | (try your hardest) προσπάθησε όσο πιο σκληρά μπορείς | κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς, δώσε τον καλύτερο εαυτό σου, δώσε τα όλα έκφρ., προστ. |
| make the best of | vtr | (do what one can with) | αξιοποιώ ρ.μετ. |
| make the best of it | v | (cope, do what one can) | αξιοποιώ ρ.μετ. |
| next best thing | n | (good substitute) | καλό υποκατάστατο ουσ.ουδ. |
| put your best foot forward | v | figurative (do the best you can) | κάνω ότι καλύτερο μπορώ ρ.μετ. |
| put your best foot forward | v | figurative (make a good impression) | κάνω καλή εντύπωση ρ.μετ. |
|