betting

Listen:
 /ˈbetɪŋ/


Του ρήματος: "to bet"

Present Participle: betting
In this page: betting; bet

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
betting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gambling, placing bets)στοίχημα ουσ ουδ
  (διαδικασία)ποντάρισμα ουσ ουδ
  στοιχηματισμός ουσ αρσ
 Many types of betting are illegal in the United States.
the betting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (likelihood, probability)πιθανότητα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)πάω στοίχημα ότι περίφρ
 What's the betting Colin's already drunk by the time we get to the pub?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
bet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wager)στοίχημα ουσ ουδ
 Sam placed a bet at the race track.
bet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] wagered)στοίχημα ουσ ουδ
 The bet was that the loser would clean the house for a week.
bet viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (gamble)παίζω στοίχημα περίφρ
  στοιχηματίζω ρ αμ
  (ανεπίσημο)τζογάρω ρ αμ
 It's a waste of money to bet.
bet [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (wager an amount)στοιχηματίζω ρ μ
 Rita bet ten dollars on a horse at the race track.
bet [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (wager with [sb])πάω στοίχημα με κπ για κτ περίφρ
  στοιχηματίζω κτ ρ μ
 I'll bet you one hundred dollars.
bet on [sth] vi + prep (place a wager on) (σε κάτι)στοιχηματίζω ρ αμ
bet on [sth] vi + prep figurative (be totally confident of) (μεταφορικά: για κτ)στοιχηματίζω ρ αμ
  (για κτ)πάω στοίχημα, βάζω στοίχημα περίφρ
bet,
bet that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
informal, figurative (with clause: expect) (ότι/πως)στοιχηματίζω ρ μ
  (ότι/πως)πάω στοίχημα, βάζω στοίχημα περίφρ
 I bet Ian won't come to work today.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
bet against [sth] vi + prep figurative (assume [sth] will fail)αποκλείω ρ μ
  (μεταφορικά: με γενική)στοιχηματίζω κατά ρ αμ + πρόθ
 I wouldn't bet against his getting the promotion.
bet against [sth] vi + prep (wager against [sth])στοιχηματίζω κατά ρ αμ + πρόθ
 Oscar lost his money because he bet against the winning horse.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
betting | bet
EnglishGreek
betting shop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (bookmaker's)πρακτορείο στοιχημάτων φρ
 I'm always down the betting shop - no wonder I've never got any money ...
 Πάντα βρίσκομαι στο πρακτορείο στοιχημάτων - δεν είναι ν' απορείς που δεν έχω ποτέ χρήματα...
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'betting' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση betting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'betting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: call | frame

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.