betting

SpeakerListen:
 /ˈbetɪŋ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
betting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gambling, placing bets)στοίχημα ουσ ουδ
  (διαδικασία)στοιχημάτισμα, ποντάρισμα ουσ ουδ
 Many types of betting are illegal in the United States.
the betting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (likelihood, probability)πιθανότητα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)πάω στοίχημα ότι περίφρ
 What's the betting Colin's already drunk by the time we get to the pub?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
betting shop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (bookmaker's)πρακτορείο στοιχημάτων φρ
 I'm always down the betting shop - no wonder I've never got any money ...
 Πάντα βρίσκομαι στο πρακτορείο στοιχημάτων - δεν είναι ν' απορείς που δεν έχω ποτέ χρήματα...
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'betting' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση betting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'betting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης