beware

Listen:
 /bɪˈwɛə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
beware [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be careful, watch out)προσέχω ρ μ
 Beware the broken glass on the sidewalk.
beware of [sth/sb] vtr + prep (be careful, mistrustful)προσέχω ρ μ
beware viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be careful, mistrustful)είμαι προσεχτικός ρ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'beware' found in these entries
In the English description:
Collocations: beware of [the, his, any], beware of the dog, [let the] buyer beware, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση beware στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'beware'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.