bias

Listen:
 /ˈbaɪəs/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
bias for [sth/sb] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inclination: in favour) (για κάποιον/κάτι)προτίμηση ουσ θηλ
  (προς κάποιον/κάτι)τάση, κλίση ουσ θηλ
 His bias for attractive employees was obvious.
 Η προτίμησή του προς τις εμφανίσιμες υπαλλήλους ήταν εμφανής.
bias against [sth/sb] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prejudice: against) (εναντίον: με γενική)προκατάληψη ουσ θηλ
  (κατά: με γενική)μεροληψία ουσ θηλ
 The manager was fired because of his bias against women.
bias nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (viewpoint)κλίση, θέση ουσ θηλ
 I don't trust his judgement because of his strong political bias.
bias nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (statistics: systematic distortion) (στατιστική)μεροληψία ουσ θηλ
  (στατιστική)συστηματικό σφάλμα φρ
 The results might have a bias because the sample was not random.
 Ενδέχεται να υπάρχει μια μεροληψία (or: ένα συστηματικό σφάλμα) στα αποτελέσματα, διότι το δείγμα δεν ήταν τυχαίο.
bias nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fabric: direction diagonal to grain)διαγώνιος ουσ θηλ
 The dress is cut on the bias.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
bias nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electronics: regulating factor)πόλωση ουσ θηλ
 The bias regulates current flow through the vacuum tube.
bias in favor of [sth/sb] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inclination: in favor) (για/προς κάποιον/κάτι)προτίμηση ουσ θηλ
  (προς κάποιον/κάτι)τάση, κλίση ουσ θηλ
 The electoral system suffers from electoral bias in favour of the Labour Party.
bias [sb] against [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (prejudice [sb] against) (εναντίον: με γενική)προκαταλαμβάνω, προδιαθέτω ρ μ
 The media may have biased people against voting for Taylor.
bias [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (electronics: give a bias)πολώνω ρ μ
 I biased the circuit to run from 1.0V to 5.0V.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
gender bias nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sexual discrimination)διακρίσεις λόγω φύλου, μεροληψία λόγω φύλου περίφρ
  προκατάληψη λόγω φύλου περίφρ
 The professor's gender bias was clear when he said that women could not write as well as men.
have a bias against vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be prejudiced against)είμαι προκατειλημμένος έκφρ
 They have a bias against assertive women.
social bias nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (class discrimination)κοινωνική προκατάληψη φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'bias' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bias στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bias'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: near | shallow

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.