Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


birth:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

birth: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
birthn (childbirth) διαδικασίαγέννα ουσ.θηλ.
 διαδικασίατοκετός ουσ.αρ.
 γεγονόςγέννηση ουσ.θηλ.
The birth went well and the mother is feeling fine.
Η γέννα πήγε καλά και η μητέρα αισθάνεται περίφημα.
Ο τοκετός πήγε καλά και η μητέρα αισθάνεται περίφημα.
* Το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή της, ήταν η γέννηση της κόρης της.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "birth".
Σύνθετοι Τύποι:
birth controln (contraception)αντισύλληψη ουσ.θηλ.
birth control pilln (contraceptive tablet)αντισυλληπτικό χάπι ουσ.ουδ.
give birth tovtr literal (bear: a child) παιδίγεννάω ρ.μετ.
Note: γεννάω: επίσης: γεννώ (συνηρ.)
give birth tovtr figurative (create, bring about) μεταφορικάδημιουργώ, γεννάω ρ.μετ.
Note: γεννάω: επίσης: γεννώ (συνηρ.)

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'birth' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.

Report an inappropriate ad