Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


blue:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

blue: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
blueadj (colour) χρώμαμπλε επίθ.
 επίσημοκυανός επίθ.
 χρώμα του ουρανούγαλάζιος επίθ.
Note: μπλε: άκλιτο, ξενικό
Mine isn't the red car, it's the blue one.
Το αυτοκίνητό μου δεν είναι το κόκκινο, αλλά το μπλε.
* Ο πλανήτης Ποσειδώνας εμφανίζεται κυανός, επειδή το μεθάνιο στην ατμόσφαιρά του απεικονίζει το κυανό φως πίσω στο διάστημα.
Το αυτοκίνητό μου δεν είναι το κόκκινο, αλλά το γαλάζιο.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "blue".
Σύνθετοι Τύποι:
blue-chipn (reliably profitable stock)επικερδής μετοχή ουσ.θηλ.
 μεταφορικά σίγουρο χαρτί ουσ.ουδ.
Note: hyphen used when term is an adj before a noun
blue-chipadj figurative (outstanding of its kind)έξοχος, εξαίρετος, σπουδαίος, εντυπωσιακός επίθ.
blue-collaradj (relating to manual labour)εργάτης, τεχνίτης ουσ.αρ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'blue' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'blue'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad