bond

Listen:
 [ˈbɒnd]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (emotional tie) (συναισθηματικός)δεσμός ουσ αρσ
  (μτφ, ανεπίσημο)δέσιμο ουσ ουδ
 The two sisters have a real bond.
 Οι δύο αδερφές έχουν δυνατό δέσιμο.
bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (union) (στενές σχέσεις)δεσμοί ουσ αρσ πλ
  (για κοινή διακυβέρνηση)ένωση ουσ θηλ
 The two countries have shared a bond for many years.
bonds nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (restraints: chains, ropes)δεσμά ουσ ουδ πλ
 The prisoner struggled to free himself from his bonds.
 Ο φυλακισμένος αγωνιζόταν να απελευθερωθεί από τα δεσμά του.
bond [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (stick, join together)συνδέω, ενώνω, συνενώνω ρ μ
  συγκολλώ ρ μ
 We bond the pieces of the model airplane with glue.
 Συνδέουμε τα τμήματα του μοντέλου του αεροπλάνου με κόλλα.
 Συγκολλούμε τα τμήματα του μοντέλου του αεροπλάνου με κόλλα.
bond viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (get emotionally closer)δένομαι ρ μ αλληλοπαθ
  έρχομαι κοντά περίφρ
 When they first met, Mary and Luke bonded over a shared love of horror films. Now they're best friends.
 Όταν πρωτοσυναντήθηκαν, η Μέρι και ο Λουκ δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για τις ταινίες τρόμου. Σήμερα είναι κολλητοί.
bond with [sb] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (get emotionally closer) (μεταφορικά: με κάποιον)δένομαι ρ μ αλληλοπαθ
  (μτφ: με/σε κάποιον)έρχομαι κοντά περίφρ
 It didn't take long for Janet to bond with her foster parents.
 Δεν πήρε πολύ καιρό στην Τζάνετ να δεθεί με τους θετούς γονείς της.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: promissory note)ομόλογο ουσ ουδ
 The city plans a bond issue to pay for the bridge.
bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: bail)εγγύηση ουσ θηλ
 The accused men posted bonds and were released from custody.
bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fastener)μέσο σύνδεσης φρ ως ουσ ουδ
  συνδετικό υλικό επίθ + ουσ ουδ
  σύνδεση, ένωση ουσ θηλ
 We used strong glue as a bond for the broken cup.
bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (force: connects atoms) (χημεία: έλξη ατόμων)δεσμός ουσ αρσ
 A water molecule contains one oxygen and two hydrogen atoms connected by covalent bonds.
 Κάθε μόριο νερού περιλαμβάνει ένα άτομο οξυγόνου και δύο υδρογόνου, τα οποία συνδέονται με ομοιοπολικούς δεσμούς.
bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (binding promise)εγγύηση ουσ θηλ
 My word is my bond.
bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commercial security)ομόλογο ουσ ουδ
 The city of Cleveland issued the bonds for building and repairing bridges.
bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (arrangement of bricks)πλινθοδομή ουσ θηλ
  τοιχοποιία ουσ θηλ
bond viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (hold together) (μεταφορικά)δένω ρ αμ
 This sentence is not a translation of the original sentence. Οι δυο τους έχουν δέσει πολύ καλά από τότε που άρχισαν να δουλεύουν μαζί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bail bond (law)εγγύηση ουσ θηλ
chemical bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (force that connects atoms)χημική ένωση ουσ θηλ
 Chemical compounds are formed by the chemical bonding of two or more atoms.
common bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] shared, unifying)κοινός δεσμός ουσ αρσ
 My common bond with him is that we grew up in the same neighborhood.
junk bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: high yield, high risk bond)ομόλογα υψηλού κινδύνου περίφρ
  ομολογίες υψηλού κινδύνου περίφρ
 Junk bonds issued by poorly rated companies will pay higher rates of interest.
performance bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bond insuring that contracted work will be completed)εγγύηση καλής εκτέλεσης, εγγύηση πιστής εκτέλεσης φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bond' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the glue bonded [them, the two pieces] (together), [a strong, an unbreakable, a lasting] bond, [buy, sell] [government, company] bonds, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bond στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bond'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fake | sly

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης