bondage

Listen:
 [ˈbɒndɪdʒ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bondage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slavery)δουλεία, σκλαβιά ουσ θηλ
 Bondage as an institution is a reprehensible thing.
bondage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sexual activity: BDSM)bondage ουσ ουδ άκλ
  σαδομαζοχισμός ουσ αρσ
 Although William looked timid, he was interested in bondage.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in bondage adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (living in slavery)σκλάβος επίθ
  που ζει στη σκλαβιά περίφρ
 Working here's like being in bondage in ancient Egypt.
in bondage advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (as a slave)σαν σκλάβος περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Collocations: sexually explicit: a store that sells bondage [supplies, equipment], sexually explicit: buy bondage [supplies], sexually explicit: [watch, make] bondage videos, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bondage στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bondage'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης