Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


boom:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες

boom: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
boomn (explosive noise) ήχοςκρότος, πάταγος ουσ.αρ.
 βροντή ουσ.θηλ.
 καθομιλουμένημπουμ, μπαμ ουσ.ουδ.
Note: μπουμ, μπαμ: άκλιτα επιφωνήματα σε θέση ουσιαστικού.
boomn (economic prosperity) οικονομική ευημερίαραγδαία οικονομική άνοδος, ραγδαία οικονομική ανάπτυξη ουσ.θηλ.
 μεταφορικά, θετικόάνθηση ουσ.θηλ.
Note: άνθηση: επίσης: άνθιση
boomvi (business activity) επιχειρηματική δραστηριότητασημειώνω ραγδαία άνοδο, σημειώνω ραγδαία ανάπτυξη, σημειώνω ραγδαία πρόοδο έκφρ.
 μεταφορικά, θετικόσημειώνω (ραγδαία) άνθιση έκφρ.
 μεταφορικάσημειώνω έκρηξη έκφρ.
Note: Ο όρος άνθηση (επίσης: άνθιση) χρησιμοποιείται πάντα με θετική σημασία, ενώ ο όρος έκρηξη είναι ουδέτερος.
boomvi (economy in general) οικονομίασημειώνω ραγδαία άνοδο, σημειώνω ραγδαία ανάπτυξη, σημειώνω ραγδαία πρόοδο έκφρ.
 μεταφορικά, θετικόσημειώνω (ραγδαία) άνθιση έκφρ.
Note: άνθηση: επίσης: άνθιση
boomvi (noise) θόρυβοςβροντάω ρ.αμ.
 τυπικόκροτώ ρ.αμ.
 καθομιλουμένηκάνω (δυνατό, έντονο) θόρυβο έκφρ.
Note: βροντάω: επίσης: βροντώ (συνηρ.)
Προτείνετε βελτιώσεις για το "boom".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'boom' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'boom'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad