Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


boot:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

boot: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
bootn UK, US trunk (rear of car) αυτοκινήτουπορτμπαγκάζ ουσ.ουδ.
 επίσημοχώρος αποσκευών ουσ.αρ.
Note: πορτμπαγκάζ: άκλιτο, ξενικό
bootn (shoe) παπούτσιμπότα ουσ.θηλ.
 στρατιωτικόαρβύλα ουσ.θηλ.
 στρατιωτικόάρβυλο ουσ.ουδ.
the bootn slang (firing, dismissal) απόλυση, αργκόκλοτσιά ουσ.θηλ.
 τα παπούτσια στο χέρι έκφρ.
 κλοτσιδόν επίρ.
Note: Απολύω: δίνω (ή ρίχνω) κλοτσιά, δίνω τα παπούτσια στο χέρι. Απολύομαι: τρώω κλοτσιά, μου δίνουν τα παπούτσια στο χέρι. Κλοτσιδόν: τροπικό επίρρημα. Tον έδιωξαν κλοτσιδόν.
bootn (kicking a ball) μπάλακλοτσιά ουσ.θηλ.
 η ενέργεια του κλοτσάωκλότσημα ουσ.ουδ.
bootvtr (kick out) πετάω έξωπετάω με τις κλοτσιές, διώχνω με τις κλοτσιές έκφρ.
 επίσημολακτίζω ρ.μετ.
bootvtr (kick a ball) μπάλακλοτσάω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηδίνω κλοτσιά έκφρ.
Note: Επίσης: κλοτσώ (συνηρ.)
bootvtr (start a computer) υπολογιστήξεκινάω ρ.μετ.
 καθομιλουμένημπουτάρω ρ.μετ.
Note: ξεκινάω: επίσης: ξεκινώ (συνηρ.)
Προτείνετε βελτιώσεις για το "boot".
Σύνθετοι Τύποι:
boot campn (military training camp)κέντρο εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων ουσ.ουδ.
boot campn (reform facility for young offenders)η μετάφραση δεν είναι διαθέσιμη
Note: Δεν υπάρχει αντιστοιχία.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'boot' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'boot'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad