bourgeois

Listen:
 /burʒwa/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
bourgeois adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." from French, pejorative (middle class, conventional)μεγαλοαστικός επίθ
  (το άτομο)μεγαλοαστός επίθ ως ουσ
 Her bourgeois parents didn't like her hippie boyfriend.
bourgeois nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. from French, pejorative (middle-class, conventional person)μεγαλοαστός επίθ ως ουσ
  (καθομιλουμένη)μπουρζουάς ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
petit bourgeois,
also UK: petty bourgeois,
plural: petits bourgeois
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
usually disapproving (member of the middle class)μεσοαστός ουσ αρσ
petit bourgeois,
also UK: petty bourgeois
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
usually disapproving (middle-class, conventional)μεσοαστικός επίθ
  (αποδοκιμασίας)μικροαστικός επίθ
Σχόλιο: Το «μικροαστικός» δεν έχει ακριβώς την ίδια σημασία, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποδοκιμαστικά σε αυτή την περίπτωση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bourgeois στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bourgeois'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: block | lure

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.