WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Κύριες Μεταφράσεις
bourgeois adj (person: middle class) άτομο της μέσης τάξηςαστικός, μεσοαστικός, μικροαστικός επίθ.
bourgeois adj (attitude: conventional) στάση: συμβατικήαστικός, μεσοαστικός, μικροαστικός επίθ.
bourgeois n (middle-class person) άτομο της μέσης τάξηςαστός, μεσοαστός, μικροαστός ουσ.αρ.
 καθομιλουμένημπουρζουάς ουσ.αρ.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'bourgeois' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'bourgeois'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.