bourgeois

SpeakerListen:
UK-RPScot

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
bourgeois adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." from French (person: middle class) (άτομο της μέσης τάξης)αστικός, μεσοαστικός, μικροαστικός επίθ.
 They're a typical bourgeois family living in the suburbs.
 Είναι μια τυπική αστική (or: μέσοαστική) οικογένεια που ζει στα προάστια.
bourgeois adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." from French (attitude: conventional) (στάση: συμβατική)συντηρητικός επίθ.
 Her bourgeois parents didn't like her hippie boyfriend.
 Οι συντηρητικοί γονείς της δεν συμπαθούσαν το φίλο της γιατί ήταν χίπης.
bourgeois nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. from French (middle-class person) (άτομο της μέσης τάξης)αστός, μεσοαστός, μικροαστός ουσ.αρ.
  (καθομιλουμένη)μπουρζουάς ουσ.αρ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bourgeois στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bourgeois'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης