bourgeois

Listen:
 /burʒwa/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
bourgeois adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." from French, pejorative (middle class, conventional)μεγαλοαστικός επίθ
  (το άτομο)μεγαλοαστός επίθ ως ουσ
 Her bourgeois parents didn't like her hippie boyfriend.
bourgeois adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." from French (attitude: conventional) (στάση: συμβατική)συντηρητικός επίθ
 Her bourgeois parents didn't like her hippie boyfriend.
 Οι συντηρητικοί γονείς της δεν συμπαθούσαν το φίλο της γιατί ήταν χίπης.
bourgeois nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. from French, pejorative (middle-class, conventional person)μεγαλοαστός επίθ ως ουσ
  (καθομιλουμένη)μπουρζουάς ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bourgeois στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bourgeois'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης