boyfriend

Listen:
 /ˈbɔɪˌfrɛnd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
boyfriend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male lover, partner) (μτφ: ερωτικός σύντροφος)φίλος ουσ αρσ
  (μεταφορικά: νεανικό)αγόρι ουσ ουδ
  (αργκό, ενίοτε μειωτικό)γκόμενος ουσ αρσ
  (επίσημο)σύντροφος ουσ αρσ/θηλ
 Julie and her boyfriend have been dating for two years.
 Η Τζούλι και ο φίλος της τα έχουν εδώ και δύο χρόνια.
 Η Τζούλι και το αγόρι της τα έχουν εδώ και δύο χρόνια.
 Η Τζούλι και ο γκόμενός της τα έχουν εδώ και δύο χρόνια.
 Η Τζούλι και ο σύντροφός της βγαίνουν εδώ και δύο χρόνια.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
boyfriend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, rare (male friend) (χωρίς ερωτική σχέση)φίλος ουσ αρσ
 Sandra meets her boyfriend Tom for coffee each Sunday.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'boyfriend' found in these entries
In the English description:
beau - ex - fella - man - old man
In Lists: Dating, more...
Collocations: my [former, current, previous, longtime, new] boyfriend, is good boyfriend material, a [thoughtful, considerate, kind, thoughtless] boyfriend, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση boyfriend στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'boyfriend'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: return | ham

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.