WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Κύριες Μεταφράσεις
brotherhood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (relationship of brothers)αδελφική συγγένεια, αδελφική σχέση, αδελφικός δεσμός φρ ως ουσ θηλ
 As an only child I've never experienced the joys of brotherhood.
 Ως μοναχοπαίδι, δε βίωσα ποτέ τις χαρές της αδελφικής συγγένειας (or: αδελφικής σχέσης).
brotherhood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fellowship) (φιλία)συναναστροφή, συντροφικότητα, αδελφοσύνη ουσ.θηλ.
 We enjoy a loose brotherhood based on sports and drinking.
 Απολαμβάνουμε μια χαλαρή συναναστροφή που βασίζεται στην παρακολούθηση αθλημάτων και στο ποτό.
brotherhood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fraternity, men's society)αδελφότητα ουσ.θηλ.
 He belongs to a brotherhood that believes in white supremacy.
 Ανήκει σε μια αδελφότητα που πιστεύει στην υπεροχή της λευκής φυλής.
brotherhood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (members of a trade)σύλλογος, αδελφότητα ουσ.θηλ.
 As a young man he joined the brotherhood of woodworkers.
 Στα νιάτα του ήταν μέλος του συλλόγου ξυλουργών.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.
'brotherhood' found in these entries
In the English description:

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'brotherhood' στον τίτλο:

See Google Translate's machine translation of 'brotherhood'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.