brotherhood

Listen:
 /ˈbrʌðəˌhʊd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
brotherhood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (relationship of brothers)αδελφικότητα ουσ θηλ
  αδελφική σχέση επίθ + ουσ θηλ
 As an only child I've never experienced the joys of brotherhood.
brotherhood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fellowship)αδελφικότητα ουσ θηλ
  φιλία, συντροφικότητα ουσ θηλ
 We enjoy a loose brotherhood based on sports and drinking.
brotherhood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fraternity, men's society)αδελφότητα ουσ θηλ
 He belongs to a brotherhood that believes in white supremacy.
 Ανήκει σε μια αδελφότητα που πιστεύει στην υπεροχή της λευκής φυλής.
brotherhood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (members of a trade)σύλλογος ουσ αρσ
  (πιο σπάνιο)αδελφότητα ουσ θηλ
 As a young man he joined the brotherhood of woodworkers.
 Στα νιάτα του ήταν μέλος του συλλόγου ξυλουργών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'brotherhood' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση brotherhood στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'brotherhood'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: worry | pin

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.