bugger

Listen:
 [ˈbʌgər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bugger interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" UK, vulgar, slang (damn) (καθομ, υβριστικό)γαμώτο επιφ
little bugger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, pejorative, vulgar (little bugger: annoying child) (καθομ, μειωτικό)μπάσταρδο ουσ ουδ
  (καθομ, προσβλητικό)κωλόπαιδο, σκατόπαιδο ουσ ουδ
 Did you see that little bugger who ran down the hall?
 Είδες εκείνο το μικρό μπάσταρδο που έτρεχε στον διάδρομο;
little bugger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar (affectionate term: boy, animal) (μεταφορικά, άκομψο)σκατούλι, σκατουλάκι ουσ ουδ
 Look at this possum; he's a cute little bugger, isn't he?
 Κοίτα αυτό το μαρσιπόμυ. Είναι γλυκούλι το σκατούλι, έτσι δεν είναι;
bugger [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK, vulgar, slang (sodomize) (αργκό, χυδαίο: σοδομίζω)παίρνω κπ πισωκολλητό έκφρ
  παίρνω κπ από τον κώλο, παίρνω κπ από πίσω έκφρ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bugger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. pejorative, vulgar, slang (character, fellow) (καθομ, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
bugger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, dated, pejorative, vulgar, slang (gay: used as insult)μη διαθέσιμη μετάφραση
bugger [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK, figurative, vulgar, slang (ruin [sth])καταστρέφω ρ μ
  (αργκό, υβριστικό)κάνω κτ κώλο έκφρ
  κάνω κτ πουτάνα έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bugger off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." UK, slang, vulgar (go away) (αργκό)φύγε, χάσου, στα τσακίδια, στο διάολο έκφρ
 My little brother was being such a pest I told him to bugger off.
 Ο μικρός αδελφός μου ήταν τόσο ενοχλητικός που του είπα να πάει στα τσακίδια.
Bugger off! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" UK, slang, vulgar (go away) (αργκό)φύγε, χάσου, στα τσακίδια, στο διάολο έκφρ
bugger off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." UK, slang, vulgar (escape responsibility) (αργκό)την κάνω έκφρ
bugger-all nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tiny or trivial amount)τίποτα ουσ ουδ
lucky bugger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, vulgar (envied person) (καθομιλουμένη, προφορικό)τυχεράκιας, κωλόφαρδος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bugger' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bugger στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bugger'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dear | knack

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης