Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


bunk:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες

bunk: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
bunkn (bunk bed) κρεβάτικουκέτα ουσ.θηλ.
bunkn (not true) όχι αλήθεια, καθομιλουμένημπούρδες, αρλούμπες, κουταμάρες ουσ.θηλ.πλ.
bunkn colloquial (nonsense) ανοησίες, καθομιλουμένημπούρδες, αρλούμπες, κουταμάρες ουσ.θηλ.πλ.
bunkn (bunkhouse)κοιτώνας ουσ.αρ.
bunkvi (sleep in bunk beds) κοιμάμαι, καθομιλουμένηπλαγιάζω ρ.αμ.
 πέφτω για ύπνο, την πέφτω έκφρ.
bunkvi (sleep in a place) κοιμάμαι, περνάω τη νύχταδιανυκτερεύω ρ.αμ.
 καθομιλουμένητην πέφτω έκφρ.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "bunk".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'bunk' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'bunk'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad