butt

Listen:
 /bʌt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
butt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (buttocks) (οπίσθια)πισινός ουσ αρσ
  (παιδαριώδες)ποπός ουσ αρσ
 You could see his butt through the hole in his jeans.
 Μπορούσες να δεις τον πισινό του μέσα από την τρύπα στα τζιν του.
 Μπορούσες να δεις τον ποπό του μέσα από την τρύπα στα τζιν του.
butt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cigarette end)αποτσίγαρο ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη: τσιγάρου)γόπα ουσ θηλ
 Many smokers toss their butts onto the side of the road.
 Πολλοί καπνιστές πετούν τα αποτσίγαρά τους στην άκρη του δρόμου.
 Πολλοί καπνιστές πετούν τις γόπες τους στην άκρη του δρόμου.
butt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (object of a joke) (πειράγματος, πλάκας)στόχος ουσ αρσ
  (αυτός που τον πειράζουν)περίγελος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)κορόιδο ουσ ουδ
 John was the butt of all our jokes in school.
 Ο Τζον ήταν ο στόχος όλων των πειραγμάτων μας στο σχολείο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο Τζον στενοχωριόταν πολύ που ήταν ο περίγελος (or: το κορόιδο) του σχολείου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
butt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thick end)χοντρή άκρη επίθ + ουσ θηλ
 The butt of the axe handle made it easy to grip.
butt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rifle) (όπλου)κοντάκι ουσ ουδ
 Put the butt of the rifle on your shoulder before you aim.
butt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stub, end)άκρη, γωνία ουσ θηλ
 The bread was all eaten, except the two butts at either end.
butt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (cigarette)τσιγάρο ουσ ουδ
 Can you spare me a butt? I left mine in the car.
butt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blow, hit)χτύπημα ουσ ουδ
  (καθομ: με το κεφάλι)κουτουλιά ουσ θηλ
 The butt from the tractor knocked over the hay.
butt,
rainwater butt
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(water storage container)δεξαμενή ουσ θηλ
  (ανεπίσημο)ντεπόζιτο ουσ ουδ
  (επίσημο, κατά λέξη)δεξαμενή βρόχινου νερού φρ ως ουσ θηλ
 Marilyn uses a rainwater butt to water her garden instead of using city water.
butt vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ram) (με το κεφάλι)χτυπώ με δύναμη, χτυπάω με δύναμη ρ μ
  (καθομιλουμένη: σε κάτι)δίνω μία έκφρ
  (καθομιλουμένη)κουτουλάω ρ μ
 The goat butted the door open with its horns.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
butt in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." slang, figurative (interrupt) (μεταφορικά)πετάγομαι ρ αμ
 Please stop butting in. You'll have a turn to speak.
butt into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] slang (interrupt: a conversation) (μτφ: σε συζήτηση)χώνομαι ρ μ
 When Mary and I are talking, please don't butt into our conversation.
butt up against [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be adjacent to)βρίσκομαι δίπλα σε περίφρ
  αγγίζω ρ μ
 The decorative moulding butts up against the door.
butt weld nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of fused metalwork join)αντικριστή συγκόλληση επίθ + ουσ θηλ
  συγκόλληση κατά άκρα περίφρ
cigarette butt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (end of smoked cigarette)φίλτρο, αποτσίγαρο ουσ ουδ
  γόπα ουσ θηλ
 The floor of the bar was carpeted with cigarette butts discarded by the clientele.
 Το πάτωμα του μπαρ ήταν σκεπασμένο με αποτσίγαρα πεταμένα από τους πελάτες.
 Το πάτωμα του μπαρ ήταν σκεπασμένο με γόπες πεταμένες από τους πελάτες.
head butt,
headbutt
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(violent blow made with forehead)κεφαλιά ουσ θηλ
  (κατά λέξη)χτύπημα με το μέτωπο περίφρ
 One of the football players was injured by a head butt to the abdomen.
head-butt,
headbutt
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(strike [sb] with your forehead)κουτουλάω, κουτουλώ ρ μ
  ρίχνω κουτουλιά σε κπ περίφρ
 It is unfair to head-butt your opponent when fighting.
pork butt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cut of meat from pig's shoulder)κομμάτι από τον ώμο χοιρινού
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'butt' found in these entries
In the English description:
Collocations: the [rams, ewes, oxen] were butting each other, a [big, soft, bony, small] butt, vulgar, slang: your butt crack is showing, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση butt στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'butt'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: off | shine

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.