Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


butt:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

butt: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
buttn slang (buttocks) οπίσθιαπισινός ουσ.αρ.
 παιδαριώδεςποπός ουσ.αρ.
You could see his butt through the hole in his jeans.
Μπορούσες να δεις τον πισινό του μέσα από την τρύπα στα τζιν του.
Μπορούσες να δεις τον ποπό του μέσα από την τρύπα στα τζιν του.
buttn (cigarette end)αποτσίγαρο ουσ.ουδ.
 καθομιλουμένη: τσιγάρουγόπα ουσ.θηλ.
Many smokers toss their butts onto the side of the road.
Πολλοί καπνιστές πετούν τα αποτσίγαρά τους στην άκρη του δρόμου.
Πολλοί καπνιστές πετούν τις γόπες τους στην άκρη του δρόμου.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "butt".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'butt' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'butt'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad