buzzing

Listen:
 /ˈbʌzɪŋ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
buzzing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (humming sound) (θόρυβος)βόμβος ουσ αρσ
 What's that buzzing coming from the basement?
 Τι είναι αυτός ο βόμβος που έρχεται από το υπόγειο;
buzzing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (busy, noisy)κίνηση ουσ θηλ
  φασαρία ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 This place doesn't really get buzzing till after 11 pm.
 Το μέρος αυτό δεν έχει κίνηση πριν τις 11 το πρωί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'buzzing' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση buzzing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'buzzing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: promise | hedge

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.