WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
by law advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (legally)νομικά επίρ
 By law, in England the minimum age for buying alcholic beverages is eighteen.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'by-law' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση by-law στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'by-law'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Word of the Day: awkward

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης