by-law

 /ˈbaɪlɔː/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

by-law:

Η λέξη/φράση είναι υπό μετάφραση και θα προστεθεί σύντομα.
Αν δεν βρίσκετε κάποια μετάφραση, μπορείτε να κάνετε ερώτηση στο φόρουμ.
Ζητάμε συγγνώμη για την ταλαιπωρία.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
by law advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (legally)νομικά επίρ
 By law, in England the minimum age for buying alcholic beverages is eighteen.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'by-law' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση by-law στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'by-law'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης