carelessly

Listen:
 [ˈkɛərləsli]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
carelessly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (without due attention)απερίσκεπτα επίρ
  αδιάφορα επίρ
 He carelessly ignored the speed limit sign, and paid dearly for it.
carelessly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (without concern)απερίσκεπτα επίρ
 "Ask your parents for the money," he said carelessly.
 «Ζήτησε τα χρήματα από τους γονείς σου», είπε απερίσκεπτα.
carelessly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (without forethought)αμελώς επίρ
  με αμέλεια περίφρ
 I carelessly forgot to let them know I was coming.
 Φέρθηκα με αμέλεια και ξέχασα να τους πω ότι θα ερχόμουν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'carelessly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση carelessly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'carelessly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: party | tap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης