Listen: US - UK
chance: WordReference English-Greek Dictionary © 2009| Κύριες Μεταφράσεις |
| chance | n | (not design) όχι πρόθεση | τύχη ουσ.θηλ. | | We found this café by chance. | | Βρήκαμε αυτήν την καφετέρια κατά τύχη. |
| chance | n | (opportunity) | ευκαιρία ουσ.θηλ. | | I hope to have the chance to travel. | | Ελπίζω να έχω την ευκαιρία να ταξιδέψω. |
| chance | n | (probability) | πιθανότητα ουσ.θηλ. | | The chance of rain is very slim. | | Η πιθανότητα βροχής είναι ελάχιστη. | | Προτείνετε βελτιώσεις για το "chance". |
| Σύνθετοι Τύποι: |
| by chance | adv | (coincidentally) | συμπτωματικά, κατά σύμπτωση, κατά λάθος επίρ. |
| chance upon | vtr | (find or encounter by chance) | τυχαίνω, συμπίπτω ρ.αμ. |
| game of chance | n | (competitive activity relying on luck) ανταγωνιστική δραστηριότητα που στηρίζεται στην τύχη | τυχερό παιχνίδι ουσ.ουδ. |
| mere chance | n | (coincidence alone) | απλή σύμπτωση ουσ.θηλ. |
| not a chance | n | (no possibility) | καμία περίπτωση ουσ.θηλ. |
| not a chance | interj | (impossible) | με τίποτα, αδύνατο, αποκλείεται επιφ. |
| on the off chance | adv | informal (in the unlikely event that, in case) | αν παρ' ελπίδα έκφρ. |
| | καθομιλουμένη | αν κατά λάθος έκφρ. | | Note: Σε αυτό το συγκείμενο: αν παρ' ελπίδα: αναφέρεται σε κάτι μη επιθυμητό και απίθανο. Αν κατά λάθος: αναφέρεται σε κάτι επιθυμητό, αλλά απίθανο. | | Αν παρ' ελπίδα κάτι δεν πάει σύμφωνα με το σχέδιο, θα το αντιμετωπίσουμε. | | Αν κατά λάθος περάσεις στο πανεπιστήμιο, θα σου αγοράσω αυτοκίνητο. |
| stand a chance | v | informal (have a slight possibility) | έχω πιθανότητες επιτυχίας ρ.μετ. | | Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'chance' στον τίτλο:Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'chance'
In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic
|