cheaply

Listen:
 /ˈtʃiːplɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
cheaply advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at little cost)φτηνά επίρ
 With some planning and creativity, it's possible to tour Europe cheaply.
cheaply advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a stingy way)φτηνά επίρ
 New houses are often cheaply constructed and need repairs before long.
cheaply advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a tacky way)φτηνά, κακόγουστα επίρ
 The house was cheaply decorated in garish colors.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'cheaply' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cheaply στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cheaply'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ bit

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης