cheat

Listen:
 [ˈtʃiːt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cheat viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (not play fair) (μεταφορικά)κλέβω ρ αμ
  (συνήθως για παιδιά)κάνω ζαβολιά περίφρ
  (εξετάσεις, διαγώνισμα)αντιγράφω ρ αμ
  κάνω σκονάκι έκφρ
 I don't like playing cards with Aaron because he cheats.
 Δε μου αρέσει να παίζω χαρτιά με τον Άαρον γιατί κλέβει (or: κάνει ζαβολιές).
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η Άντα πάντα αντέγραφε (or: έκανε σκονάκι) στις ετήσιες εξετάσεις στο σχολείο.
cheat at [sth] vi + prep (do or play dishonestly) (μεταφορικά)κλέβω σε κτ ρ αμ
  (για διαγώνισμα, εξετάσεις)κάνω σκονάκι σε κτ έκφρ
  αντιγράφω σε κτ περίφρ
 I can tell you that he cheats at poker every chance he gets.
 Μπορώ να σας πω πως κλέβει στο πόκερ σε κάθε ευκαιρία.
cheat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dishonest act)ζαβολιά, κλεψιά ουσ θηλ
  (πιο σοβαρό)ατιμία ουσ θηλ
cheat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trick)τρικ ουσ ουδ άκλ
  (συνήθως πληθυντικός)κόλπο ουσ ουδ άκλ
  (για παιχνίδια σε υπολογιστή)cheat ουσ ουδ άκλ
  (πιο αρνητική έννοια)απάτη ουσ θηλ
 This website gives you all the best cheats for the game.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο Τζον συνέχεια σκαρφίζεται κόλπα για να ξεγελάσει τους δασκάλους του.
 Η ιστοσελίδα αυτή δίνει τα καλύτερα cheats για το παιχνίδι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cheater nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (person who is sexually unfaithful)άπιστος επίθ ως ουσ
 When Laura discovered her husband was a cheater, she decided to leave him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cheat death v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (escape [sth] life-threatening)ξεγελάω τον θάνατο έκφρ
  γλυτώνω από του χάρου τα δόντια έκφρ
 The dog cheated death in running across the busy street.
cheat on [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (be sexually unfaithful to)απατάω, απατώ ρ μ
  (καθομιλουμένη)κερατώνω ρ μ
 Carol admitted that she had cheated on her husband.
 Η Κάρος παραδέχτηκε ότι είχε απατήσει τον άντρα της.
cheat on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] US (be dishonest regarding: taxes, test) (μεταφορικά)κλέβω ρ μ
  (σε διαγώνισμα, από κάποιον)αντιγράφω ρ μ
  (σε διαγώνισμα, από σκονάκι)κάνω σκονάκι έκφρ
cheat sheet,
crib sheet,
crib
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (exam: notes for cheating) (καθομιλουμένη)σκονάκι ουσ ουδ
 The student hid a cheat sheet up his sleeve.
cheat sheet,
crib sheet,
crib
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative, informal (study: reference notes) (βοήθημα για μελέτη)σημειώσεις ουσ θηλ πλ
 The teacher distributed cheat sheets to the class to help them study for the exam.
cheater,
UK: cheat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (person who cheats)αυτός που αντιγράφει περίφρ
  αυτός που κάνει σκονάκι περίφρ
 The school is determined to detect cheaters and expel them.
 Το σχολείο είναι αποφασισμένο να εντοπίσει όσους αντιγράφουν και να τους αποβάλει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cheat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (person who cheats)που κλέβει, που δεν παίζει τίμια περίφρ
  (συνήθως για παιδιά)ζαβολιάρης, ζαβολιάρα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (εξετάσεις, διαγώνισμα)που αντιγράφει, που κάνει σκονάκι περίφρ
  (μοιχεία)άπιστος, άπιστη επίθ ως ουσ
 Ned has a reputation of being a cheat.
 Ο Νεντ έχει τη φήμη ότι δεν παίζει τίμια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cheat' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: find a cheat [code, patch], can use a cheat sheet on the [exam, test], You're a [lousy, rotten, no-good, dirty] cheat!, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cheat στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cheat'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: mood | creepy

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης