chess

Listen:
 [ˈtʃɛs]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
chess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (board game)σκάκι ουσ ουδ
 On rainy days, we played chess to pass the time.
 Τις βροχερές μέρες παίζαμε σκάκι για να περάσει η ώρα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
chess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (floating bridge plank)πλωτή εξέδρα περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
chess piece nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (carved or moulded figure used in chess) (κυριολεκτικά)πιόνι ουσ ουδ
  (κατά λέξη)πιόνι για σκάκι περίφρ
 Rooks, pawns and bishops are all examples of chess pieces.
chess player nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who plays chess)σκακιστής ουσ αρσ
  παίκτης σκάκι περίφρ
 Chess players need to be able to think quickly.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'chess' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: is the chess [master, grand master, champion], [play, take part] in a chess [competition, tournament], a chess [game, match], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση chess στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'chess'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης