chill

Listen:
 [ˈtʃɪl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
chill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (coldness)κρύο ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη: πιο ήπιο)ψύχρα ουσ θηλ
  (επίσημο, λόγιος)ψύχος ουσ ουδ
 Ian put on a thick scarf to protect against the chill.
 Ο Ίαν φόρεσε ένα χοντρό κασκόλ για να προστατευτεί από το κρύο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το ψύχος στην κορυφή του βουνού ήταν δριμύ.
chill [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (food, drink: cool)βάζω κτ να κρυώσει περίφρ
  βάζω κτ στο ψυγείο περίφρ
  (επίσημο)ψύχω ρ μ
 You should chill white wine before serving it.
 Θα πρέπει να βάλετε το άσπρο κρασί να κρυώσει πριν το σερβίρετε.
chill adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (wind: cold)κρύος, ψυχρός επίθ
  παγωμένος μτχ πρκ
 A chill wind rattled the dry leaves on the porch.
 Ένας ψυχρός άνεμος παρέσυρε τα ξεραμένα φύλλα στη βεράντα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
chill adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." slang (person: easy-going) (καθομιλουμένη, μτφ)χαλαρός επίθ
  (αργκό)κουλ επίθ άκλ
 I don't think he'll get angry, he's pretty chill.
chill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (illness: slight cold)κρύωμα, κρυολόγημα ουσ ουδ
 After hiking in the rain, John caught a chill.
chills,
the chills
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(cold sensation, shivering)κρυάδες ουσ θηλ πλ
 If you've got chills, you may have the flu.
chills,
the chills
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(feeling of fear, unease) (μεταφορικά)ανατριχίλα ουσ θηλ
  ανατριχιάζω ρ αμ
 That horror film gave me the chills. I get the chills when I'm alone in this house at night.
chills,
the chills
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(feeling moved by [sth](μεταφορικά)ανατριχίλα ουσ θηλ
  ανατριχιάζω ρ αμ
 That beautiful melody always gives me chills.
chill viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." slang (calm down, not worry)χαλαρώνω ρ αμ
  (αργκό)κουλάρω ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά)αράζω ρ αμ
 I wish you would just chill; I'll be fine!
chill viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." slang (hang out, socialize) (ανεπίσημο)αράζω ρ αμ
 I'm chilling with the guys at Frankie's Bar today.
chill viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." slang (relax) (καθομιλουμένη)αράζω ρ αμ
  χαλαρώνω ρ αμ
 I'm just chilling at home today.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
chill out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (relax)χαλαρώνω ρ αμ
  (μεταφορικά)αράζω ρ αμ
 I like to chill out in front of the television with a glass of wine and some nibbles. My friend was upset and uptight so I told him to chill out.
 Μου αρέσει να χαλαρώνω μπροστά στην τηλεόραση με ένα ποτήρι κρασί και μερικά μεζεδάκια. Ο φίλος μου ήταν στενοχωρημένος και τσιτωμένος κι έτσι του είπα να χαλαρώσει.
wind chill,
wind-chill
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(wind's cooling effect)ψύχρα ουσ θηλ
 I'm not going out again today: the wind chill's terrible out there.
windchill,
wind-chill
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(air: cooling effect of wind)πτώση αισθητής θεμοκρασίας λόγω του αέρα περίφρ
  (καθομ: θερμοκρασία)με τον αέρα περίφρ
  (επίσ: μετεωρολογία)δείκτης ψυχρότητας φρ ως ουσ αρσ
 This sentence is not a translation of the original sentence. Φυσάει πολύ, οπότε η θερμοκρασία με τον αέρα είναι χαμηλότερη από αυτήν που δείχνει το θερμόμετρο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'chill' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: the [winter, Arctic, Siberian] chill, feel the chill of winter (coming), There was a chill in the [air, wind]., more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση chill στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'chill'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: party | tap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης