clairvoyant

SpeakerListen:
UK-RP
 /klɛəˈvɔɪənt/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
clairvoyant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mystic, medium)μυστικιστής, πνευματιστής, μελλοντολόγος ουσ.αρ.
  (καθομιλουμένη)μέντιουμ ουσ.ουδ.
Σχόλιο: μέντιουμ: ξενικό, άκλιτο
clairvoyant adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to mysticism)μυστικιστικός επίθ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'clairvoyant' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clairvoyant στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clairvoyant'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης