clairvoyant

Listen:
 /klɛəˈvɔɪənt/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
clairvoyant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mystic, medium)μυστικιστής, πνευματιστής, μελλοντολόγος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μέντιουμ ουσ ουδ
Σχόλιο: μέντιουμ: ξενικό, άκλιτο
clairvoyant adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to mysticism)μυστικιστικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'clairvoyant' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clairvoyant στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clairvoyant'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης