clairvoyant

Listen:
 /klɛəˈvɔɪənt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
clairvoyant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mystic, medium)μυστικιστής, πνευματιστής, μελλοντολόγος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μέντιουμ ουσ ουδ
Σχόλιο: μέντιουμ: ξενικό, άκλιτο
clairvoyant adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to mysticism)μυστικιστικός επίθ
 Layla claims to have clairvoyant powers and says she can predict the future.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'clairvoyant' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clairvoyant στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clairvoyant'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: check | bond

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.