clumsy

Listen:
 /ˈklʌmzɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
clumsy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person)αδέξιος, άγαρμπος επίθ
  (καθομιλουμένη)ατσούμπαλος, αρτσούμπαλος επίθ
  (Επτάνησα)άταρος επίθ
 Jake is so clumsy--he's always running into things and dropping things.
clumsy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (act)αδέξιος επίθ
  (αποδοκιμασίας)άγαρμπος επίθ
  (καθομιλουμένη)ατσούμπαλος, αρτσούμπαλος επίθ
 The cheerleaders' routine is surprisingly clumsy.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
clumsy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (construction)κακοφτιαγμένος, προχειροφτιαγμένος μτχ πρκ
 This table is pretty clumsy--look how it slants!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'clumsy' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clumsy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clumsy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.