cognitive

 /ˈkɒgnɪtɪv/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
cognitive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (mental, intellectual) (του νου)νοητικός, διανοητικός επίθ
 The injury caused some cognitive impairment.
 Ο τραυματισμός προκάλεσε νοητική βλάβη.
cognitive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (empirical) (εμπειρικός)γνωστικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
cognitive behavioral therapy,
UK: cognitive behavioural therapy
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (form of psychotherapy)γνωστική συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία, γνωστική συμπεριφορική ψυχοθεραπεία φρ ως ουσ θηλ
cognitive dissonance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (conflict of ideas)γνωστική ασυμφωνία έκφρ
 The fact that she loves meat but hates killing animals is a disturbing cognitive dissonance.
cognitive understanding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (empirical and intellectual interpretation)μη διαθέσιμη μετάφραση
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cognitive στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cognitive'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης