comic relief


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
comic relief nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (drama: funny moments)χιουμοριστική σκηνή σε δράμα
 The character of Mercutio provides some comic relief in the play.
comic relief nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (break in [sth] stressful)αστείο που χαλαρώνει τεταμένη ατμόσφαιρα έκφρ
 The teacher falling down provided comic relief for the anxious students during their exam.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση comic relief στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'comic relief'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: pair | skirt

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.