compensation

Listen:
 [ˌkɒmpənˈseɪʃən]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
compensation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reaction)επανόρθωση ουσ θηλ
  (επίσημο)αντιστάθμισμα ουσ ουδ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
compensation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (salary, pay)αποζημίωση ουσ θηλ
 The position offers adequate compensation and benefits.
compensation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (offsetting shortcomings)αποζημίωση ουσ θηλ
  (επίσημο)αντιστάθμισμα ουσ ουδ
 Some parents buy numerous toys for their children as compensation for working so much.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
compensation package nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pay and benefits given to an employee)πακέτο παροχών φρ ως ουσ ουδ
 Despite having little experience, his compensation package was quite generous.
be entitled to compensation v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (deserve financial reparation)δικαιούμαι αποζημίωση περίφρ
 The judge decided that I was entitled to compensation for the damages. After my car wreck I was entitled to compensation for my hospital bills.
monetary compensation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reimbursement, financial recompense)οικονομική αποζημίωση ουσ θηλ
 The airline lost my luggage and I am seeking monetary compensation.
unemployment compensation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (allowance paid to those out of work)επίδομα ανεργίας ουσ ουδ
 Following his injury at work he was able to claim unemployment compensation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'compensation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: a compensation [claim, hearing, lawyer], compensation [benefits, plans, packages], will be evaluated by the compensation [board, committee, tribunal], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση compensation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'compensation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης