Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


competition:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

competition: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
competitionn (competitors) εμπόριοανταγωνιστικότητα ουσ.θηλ.
 άμιλλαανταγωνισμός ουσ.αρ.
The business's competition was weak.
Η εταιρεία είχε χαμηλή ανταγωνιστικότητα.
* Ανάμεσα στους υποψηφίους επικράτησε τεράστιος ανταγωνισμός.
competitionn (contest) αθλητισμόςαγώνας ουσ.αρ.
 αναμέτρηση ουσ.θηλ.
 επικράτησηδιαγωνισμός ουσ.αρ.
The competition ended in a tie.
Ο αγώνας έληξε ισόπαλος.
Η αναμέτρηση έληξε ισόπαλη.
* Διέπρεψε στο διαγωνισμό σύνθεσης.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "competition".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'competition' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'competition'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad