compulsive viewing


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
compulsive viewing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (TV show which is compelling to watch)συναρπαστικός επίθ
  (καθομ, μεταφορικά)που κολλάς μαζί του έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση compulsive viewing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'compulsive viewing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.