concise

SpeakerListen:
 /kənˈsaɪs/


WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
concise adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (succinct)συνοπτικός επίθ
  περιεκτικός επίθ
 She wrote a concise account of the colony's history.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'concise' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση concise στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'concise'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης