concise

 /kənˈsaɪs/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
concise adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (succinct)ολιγόλογος, συνοπτικός, επίτομος, περιεκτικός, λακωνικός, βραχύλογος επίθ.
 She wrote a concise account of the colony's history.
 ΄Εγραψε μια συνοπτική περιγραφή της αποικιακής ιστορίας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'concise' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση concise στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'concise'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης