confirmation

 /ˌkɒnfəˈmeɪʃən/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
confirmation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (verification)επιβεβαίωση, επικύρωση, επισφράγιση ουσ θηλ
  (αρχαϊκό, επίσημο)επίρρωση ουσ θηλ
 It is important to obtain confirmation of the facts.
confirmation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religion) (θρησκευτικό)χρίσμα ουσ ουδ
 Susan's confirmation is scheduled for this Sunday during church service.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
confirmation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (document) (εγγράφου)επικύρωση ουσ θηλ
 The fax confirmation arrived a moment ago.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
in confirmation advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (by way of verification)σε επιβεβαίωση του έκφρ
 I liked his idea so I sent him an email in confirmation.
order confirmation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (acknowledgement of purchase)επιβεβαίωση παραγγελίας περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'confirmation' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση confirmation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'confirmation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης