consistency

 /kənˈsɪstənsɪ/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
consistency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (uniformity)συνέπεια, συνοχή, συνεκτικότητα ουσ.θηλ.
  (σκέψεις)ειρμός ουσ.αρ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
consistency of rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (food: chewiness) (καθομιλουμένη)λαστιχένια υφή ουσ.θηλ.
 Everything was excellent except for the calamari, which had the consistency of rubber.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'consistency' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση consistency στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'consistency'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης