consistency

Listen:
 /kənˈsɪstənsɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
consistency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (uniformity, not fluctuating)σταθερότητα ουσ θηλ
  συνέπεια ουσ θηλ
 Jim values consistency, and eats the same thing every day.
consistency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (not being contradictory)συνοχή ουσ θηλ
  συνέπεια ουσ θηλ
 Hector's account of the events lacks consistency.
consistency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (liquid: thickness)πυκνότητα ουσ θηλ
 Boil the mixture until it reaches a thick consistency.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
consistency of rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (food: chewiness) (καθομιλουμένη)λαστιχένια υφή ουσ θηλ
 Everything was excellent except for the calamari, which had the consistency of rubber.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'consistency' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση consistency στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'consistency'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.