contempt

Listen:
 [kənˈtɛmpt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
contempt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scorn)περιφρόνηση ουσ θηλ
  απέχθεια ουσ θηλ
 Samuel has a lot of contempt for people who are racist.
 Ο Σαμουήλ τρέφει μεγάλη απέχθεια προς τους ανθρώπους που είναι ρατσιστές.
contempt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disregard for rules, etc.)περιφρόνηση ρ μ
contempt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disruption, disrespect in court)ασέβεια προς το δικαστήριο, προσβολή του δικαστηρίου περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
contempt charges nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (accusation of disrupting a court)κατηγορία καταφρόνησης δικαστικής αρχής, κατηγορία καταφρόνησης δικαστηρίου φρ ως ουσ θηλ
contempt charges nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (accusation of defying court's authority)κατηγορία καταφρόνησης δικαστικής αρχής, κατηγορία καταφρόνησης δικαστηρίου φρ ως ουσ θηλ
contempt of court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disruption of legal proceedings)καταφρόνηση δικαστικής αρχής, καταφρόνηση δικαστηρίου φρ ως ουσ θηλ
 The judge threatened them with contempt of court charges unless they behaved themselves.
contempt proceedings nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (law: action for disrupting court)δίωξη για καταφρόνηση δικαστικής αρχής, δίωξη για καταφρόνηση δικαστηρίου περίφρ
contempt process nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal action against disruption in court)δίωξη για καταφρόνηση δικαστικής αρχής, δίωξη για καταφρόνηση δικαστηρίου φρ ως ουσ θηλ
hold [sb] in contempt v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (despise, think [sb] worthless)περιφρονώ κπ ρ μ
  απεχθάνομαι κπ ρ μ
with contempt advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a disdainful way)περιφρονητικά επίρ
 Don't look at me with contempt.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'contempt' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: [great, increasing, furious] contempt, holds [him, the criminal] in utter contempt, has a lot of contempt for him, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση contempt στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'contempt'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης