contraption

Listen:
 /kənˈtræpʃən/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
contraption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (machine)μαραφέτι ουσ ουδ
  μηχάνημα ουσ ουδ
 The inventor created a contraption that scrambled eggs and fried bacon.
contraption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device, gadget)μαραφέτι, πράγμα ουσ ουδ
 Where's that contraption that removes olive pits?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση contraption στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'contraption'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης