contraption

SpeakerListen:
UK-RPScot
 /kənˈtræpʃən/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
contraption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (machine) (συσκευή)μαραφέτι ουσ.ουδ.
contraption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device, gadget) (συσκευή)σύνεργο ουσ.ουδ.
 Where's that contraption that removes olive pits?
 Πού είναι αυτό το σύνεργο που αφαιρεί τα κουκούτσια από τις ελιές;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση contraption στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'contraption'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης