Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


count:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

count: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
countvtr (enumerate) απαριθμώμετρώ ρ.μετ.
 επακριβώς, επίσημοκαταμετρώ ρ.μετ.
She counted the candies.
Μέτρησε τα κεριά.
* Οι αρχαιολόγοι καταμέτρησαν τα ευρήματα και τα κατέγραψαν.
countn (sum total) ολικό ποσόάθροισμα ουσ.ουδ.
 καθομιλουμένη, ξεν.σούμα ουσ.θηλ.
Are you done? What is the count?
Τελείωσες; Ποιο είναι το άθροισμα;
* Κάνε μια σούμα να δούμε πόσα μαζέψαμε ως τώρα.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "count".
Σύνθετοι Τύποι:
count againstvtr (be detrimental to)μετράω εις βάρος έκφρ.
Note: μετράω εις βάρος: επίσης: μετρώ εις βάρος (συνηρ.) +ουσ. σε γενική πτώση
count onvtr (trust, rely on)βασίζομαι, στηρίζομαι ρ.αμ.
Note: βασίζομαι, στηρίζομαι + σε (πρόθ.)
count onvtr (expect, be confident of)βασίζομαι, στηρίζομαι ρ.αμ.
Note: βασίζομαι, στηρίζομαι + σε (πρόθ.)
count upvtr (add, total)αθροίζω, προσθέτω ρ.μετ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'count' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad