couple

Listen:
 [ˈkʌpəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a couple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (two, a pair)δύο, δυο επίθ
 The oranges in the market looked good, so I bought a couple.
a couple of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (two of [sth])δύο, δυο επίθ άκλ
 I'm going to buy a couple of apples.
 Θα αγοράσω δύο μήλα.
couple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pair of lovers) (συζυγική ή ερωτική σχέση)ζευγάρι ουσ ουδ
  (επίσημο)ζεύγος ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)ζευγαράκι ουσ ουδ
  μαζί επίρ
 Are you two a couple?
 Είστε ζευγάρι;
 Είστε μαζί εσείς οι δύο;
couple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (two people)ζευγάρι ουσ ουδ
  (επίσημο)ζεύγος ουσ ουδ
 Each couple danced in perfect time to the music.
 Κάθε ζευγάρι χόρεψε σε άψογο συγχρονισμό με τη μουσική.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a couple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (a few) (καθομιλουμένη)καναδυό επίθ
  δυο-τρεις φρ ως επίθ
  (πιο αόριστο)μερικοί επίθ
 I can't reach the potato chips; could you hand me a couple?
a couple [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (a few of [sth](καθομιλουμένη)καναδυό επίθ
  δυο-τρεις φρ ως επίθ
  (πιο αόριστο)μερικοί επίθ
 I was hungry so I made myself a couple sandwiches
a couple of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (a few of [sth])δυο-τρεις φρ ως επίθ
  (καθομιλουμένη)καναδυό επίθ
  (πιο αόριστο)μερικοί, λίγοι επίθ
 A couple of days ago, I saw your brother at the supermarket.
couple [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (train carriages: link)συνδέω, συζευγνύω ρ μ
 They coupled a new engine to the train.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
couple with [sb] vi + prep (have sex) (με κάποιον)συνευρίσκομαι ερωτικά ρ αμ
  ζευγαρώνω ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά)σμίγω ρ αμ
 He remarked that the people there had no sense of decency, and would couple with one another in public, whenever they felt the urge.
 Παρατήρησε ότι οι άνθρωποι εκεί δεν είχαν αίσθηση της αιδούς και έσμιγαν δημοσίως όποτε είχαν ορμές.
couple [sth] with [sth] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." often passive (add, combine)συνδυάζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 When icy temperatures are coupled with thick fog, driving conditions become hazardous.
golden couple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (successful or celebrated duo)θρυλικό ζευγάρι επίθ + ουσ ουδ
loving couple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (two people in a caring relationship)αγαπημένο ζευγάρι επίθ + ουσ ουδ
 Matt and Anna are such a loving couple!
married couple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (two people married to one another)αντρόγυνο, ανδρόγυνο ουσ ουδ
  παντρεμένο ζευγάρι επίθ + ουσ ουδ
 The married couple wanted to start a family.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'couple' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: couple the [train cars, trailers] (together), need a couple of [minutes, seconds, dollars], a couples-only [vacation, resort], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση couple στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'couple'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: common | blend

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης