cozy

Listen:
 [ˈkəʊzi]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cozy (US),
cosy (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(place: comfortable) (χώρος, έπιπλο)άνετος, ευχάριστος επίθ
  (έπιπλο)βολικός επίθ
  (μεταφορικά: χώρος)ζεστός επίθ
  (ανεπίσημο: χώρος, έπιπλο)χουχουλιάρικος επίθ
 A cold wind was blowing, but the house was warm and cozy inside.
 Φυσούσε ένας κρύος αέρας, αλλά το σπίτι ήταν ζεστό και χουχουλιάρικο μέσα.
cozy (US),
cosy (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(warm, comfortable)που είναι άνετα περίφρ
  που είναι ζεστός περίφρ
  που έχει βολευτεί περίφρ
  που νιώθει θαλπωρή περίφρ
 The little boy was cozy in his warm coat.
 Το αγοράκι ήταν άνετα στο ζεστό παλτό του.
cozy (US),
cosy (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(friendly, intimate)φιλικός, χαλαρός επίθ
  εγκάρδιος επίθ
 My old friend and I had time for a cozy chat.
 Ο παλιός μου φίλος και εγώ είχαμε χρόνο για μια εγκάρδια συζήτηση.
cozy (US),
cosy (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cover)θήκη ουσ θηλ
  κάλυμμα ουσ ουδ
 I'm going to knit a cozy for my phone.
 Θα πλέξω μια θήκη για το τηλέφωνό μου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cozy up (US),
cosy up (UK)
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
informal (get comfortable)χαλαρώνω ρ αμ
 They cosied up on the sofa to watch a movie.
cozy up with [sb] (US),
cosy up with [sb] (UK)
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
informal (snuggle)χαλαρώνω με κάποιον έκφρ
  χουζουρεύω με κάποιον έκφρ
cozy up to [sb] (US),
cosy up to [sb] (UK)
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
figurative, informal (ingratiate yourself) (μεταφορικά)γλείφω έκφρ
  κερδίζω την εύνοια κάποιου έκφρ
 He's trying to get a promotion and has been cosying up to the boss.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cozy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
In Lists: Renting, more...
Collocations: a [tea, phone, beer, bottle] cozy, a [pot, pan] with a cozy, a [knitted, cotton, thick, floral] cozy, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cozy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cozy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: journey | numb

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης