crab

Listen:
 'crab': [ˈkræb]; 'Crab': [kræb]


WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: crustacean)καβούρι ουσ ουδ
  κάβουρας ουσ άρσ
 My young son was afraid of the crab because of its claws.
 Ο μικρός γιος μου φοβόταν τα καβούρια εξαιτίας των δαγκάνων τους.
crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: crab meat)καβούρι ουσ ουδ
 Patricia won't eat shrimp, but she likes crab.
 Η Πατρίσια δεν τρώει γαρίδες, αλλά της αρέσουν τα καβούρια.
crab viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move sideways)περπατάω πλάγια ρ αμ + επίρ
  κινούμαι πλάγια ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά)πηγαίνω σαν τον κάβουρα έκφρ
 They crabbed through the tall grass to the trees.
 Περπάτησαν πλάγια μέσα από το ψηλό γρασίδι προς τα δέντρα.
crab,
go crabbing
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(catch crabs)πιάνω καβούρια, μαζεύω καβούρια περίφρ
 We went crabbing and caught two small crabs.
 Πήγαμε να μαζέψουμε καβούρια και πιάσαμε δυο μικρά.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person) (ανεπίσημο)τσαντίλας ουσ αρσ
  (ανεπίσημο)σπαστικός επίθ
  ευέξαπτος επίθ
 No one will play cards with him because he is a crab when he loses.
crabs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." informal (venereal disease: pubic lice)ψείρες του εφηβαίου, ψείρες της ηβικής περιοχής περίφρ
  (μεταφορικά, καθομ)καβούρια ουσ ουδ πλ
 The incidence of crabs among university students is quite high. They bought a special shampoo to get rid of the crabs.
crab about [sth] vi + prep informal (complain about)γκρινιάζω για κτ, μουρμουρίζω για κτ ρ αμ + πρόθ
 You don't make the weather any better by crabbing about it.
crab [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (move [sth] sideways)μετακινώ κάτι πλάγια ρ μ + επίρ
  κινώ κάτι πλάγια ρ μ + επίρ
 A camera crane operator knows how to crab the camera alongside an actor.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blue crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crustacean)καβούρι ουσ ουδ
brown crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (edible crustacean)μη διαθέσιμη μετάφραση
crab apple,
US: crabapple
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(small, sharp-tasting wild apple)αγριόμηλο ουσ ουδ
crab cake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (patty made of crab meat) (συνήθως πλακέ σχήμα)καβουροκεφτές ουσ αρσ
 Crab cakes are best if they use large lumps of crab meat from the body of the crab.
crab dip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (seafood condiment)σάλτσα καβουριού περίφρ
  ντιπ καβουριού περίφρ
 My neighbor served the most delicious crab dip at her party last night.
crab legs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (legs of crab as food)πόδια καβουριού φρ ως ουσ ουδ πλ
 Place the crab legs in a pot of boiling water.
crab meat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (edible flesh of the crab)καβουρόψιχα ουσ θηλ
 She ordered the crab meat salad and a glass of white wine.
crab spider nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spider resembling a small crab)κάβουρας αράχνη περίφρ
 Crab spiders do not spin webs, they remain motionless to ambush their victims.
crabapple,
crab apple
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(small wild apple)αγριόμηλο ουσ ουδ
 My grandmother used to make delicious jelly from crab apples which grew on a tree in her garden.
 Η γιαγιά μου έφτιαχνε μια νόστιμη μαρμελάδα από αγριόμηλα, τα οποία μάζευε από ένα δέντρο στον κήπο της.
hermit crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crustacean that uses another's shell) (οστρακόδερμο)πάγουρος ουσ αρσ
 When a hermit crab outgrows his shell he finds a larger one to move into.
horseshoe crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large brown crustacean)καβούρι ουσ ουδ
imitation crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (artificial seafood meat)σουρίμι καβουριού φρ ως ουσ ουδ
king crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large crustacean)είδος μεγάλου καβουριού έκφρ
sand crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of crustacean) (αναφορά σε διάφορα είδη)καβούρι, καβουράκι ουσ ουδ
snow crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (edible crustacean)είδος καβουριού
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
soft-shell crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crustacean with edible shell) (ως φαγητό)καβούρι με μαλακό κέλυφος περίφρ
  soft-shell crab ουσ ουδ άκλ
 Fried soft-shell crab on French bread is my favorite sandwich.
velvet crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of crustacean) (ζωολογία)βελούδινος κάβουρας φρ ως ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'crab' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: crab [sticks, salad, dip, soup], a crab [trap, fishery], [pick, bake, cook] crab apples, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crab στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'crab'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: bald | squib

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης