Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


crop:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

crop: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
cropn (farming)σοδειά ουσ.θηλ.
 συγκομιδή ουσ.θηλ.
Grandmother's farm always bore crops of corn and tomatoes.
Το αγρόκτημα της γιαγιάς παρήγαγε πάντα σοδειές καλαμποκιού και ντομάτας.
Οι βροχές του χειμώνα είχαν ως αποτέλεσμα μια πλούσια συγκομιδή σιτηρών.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "crop".
Σύνθετοι Τύποι:
crop upvi informal (appear suddenly or unexpectedly)εμφανίζομαι, ανακύπτω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηξεφυτρώνω ρ.αμ.
 καθομιλουμένησκάω μύτη έκφρ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'crop' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'crop'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad