crush

Listen:
 [ˈkrʌʃ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crush [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (press with destructive force)σπάω ρ μ
  (επίσημο)συνθλίβω ρ μ
  συντρίβω ρ μ
 He crushed the nut to break it into many pieces.
 Έσπασε το καρύδι κι αυτό σκορπίστηκε σε πολλά κομμάτια.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το εμπορευματοκιβώτιο έπεσε πάνω σε δύο αμάξια και τα συνέτριψε.
crush [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pound into small particles or powder)αλέθω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κάνω σκόνη περίφρ
  (επίσημο)κονιορτοποιώ ρ μ
 The chef crushed the cinnamon sticks into a powder.
 Ο μάγειρας άλεσε τα ξύλα κανέλας σε σκόνη.
crush [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ice: break into tiny pieces)θρυμματίζω ρ μ
 Crush the ice in a blender.
 Θρυμμάτισε τον πάγο σε ένα μπλέντερ.
crush [sth] from [sth] vtr + prep (extract liquid)στύβω ρ μ
  (κατά λέξη)βγάζω το χυμό από περίφρ
 They crushed the juice from an orange to make a drink.
 Έστυψαν τον χυμό από ένα πορτοκάλι για να φτιάξουν ένα ποτό.
crush [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (crumple, make smaller)συνθλίβω ρ μ
  (ρούχα)τσαλακώνω ρ μ
 She crushed the can with her foot. Being packed in a suitcase has completely crushed my clothes; I need to iron them all now!
 Σύνθλιψε το κουτί της κονσέρβας με το πόδι της.
crush [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (defeat thoroughly) (νικώ κατά κράτος)συντρίβω ρ μ
  κατατροπώνω ρ μ
 Our army completely crushed the enemy. The away team crushed the home players, beating them 33 to 12.
 Ο στρατός μας συνέτριψε ολοσχερώς τον εχθρό. Η εκτός έδρας ομάδα κατατρόπωσε την τοπική ομάδα νικώντας την, 33-12.
crush [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (upset)στενοχωριέμαι, καταστενοχωριέμαι ρ μ
  κάνω κπ ράκος περίφρ
  κάνω κπ χάλια περίφρ
 Julie was crushed by the news that she hadn't got into the course she wanted to do.
 Η Τζούλι καταστενοχωρήθηκε όταν έμαθε πως δεν μπήκε στον πρόγραμμα σπουδών που επιθυμούσε.
crush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (large throng, crowd)κοσμοσυρροή ουσ θηλ
  πλήθος ουσ ουδ
 There was a crush of students at the bookstore on the first day of classes.
 Υπήρχε κοσμοσυρροή (or: πλήθος) μαθητών στο βιβλιοπωλείο την πρώτη μέρα των μαθημάτων.
crush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (temporary infatuation) (καθομιλουμένη: έρωτας)καψούρα
  (μεταφορικά)είμαι τσιμπημένος ρ έκφρ
  δαγκώνω τη λαμαρίνα έκφρ
 I have a crush on her.
 Έχω καψούρα για εκείνη.
 Είμαι τσιμπημένος μαζί της.
 Έχω δαγκώσει τη λαμαρίνα μαζί της.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of crushing or state of being crushed)σύνθλιψη, συντριβή ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)σπάσιμο ουσ ουδ
 His ship was trapped in the crush of the ice.
crush viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move by pressing or crowding)σπρώχνομαι ρ αμ
 After the concert, the crowd crushed towards the exit doors.
crush [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (hug with force) (μεταφορικά)πνίγω, λιώνω ρ μ
 He was so happy to see his sister that his hug nearly crushed her.
 Χάρηκε τόσο που είδε την αδερφή του που παραλίγο να την πνίξει με το αγκάλιασμά του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cattle chute,
UK: cattle crush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (cage for restraining a farm animal) (για ζώα φάρμας)κλουβί ουσ ουδ
have a crush on [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be attracted to: [sb])είμαι ερωτευμένος με κπ ρ έκφρ
  (αργκό)είμαι τσιμπημένος με κπ ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη)γουστάρω, θέλω ρ μ
  (καθομιλουμένη)μου αρέσει κπ αντων + ρ μ
 Wendy had a crush on a boy in her class.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'crush' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: crush [a can, bottles], a [huge, silly, secret, massive, long-standing] crush (on), crush (the) [tomatoes, garlic] (into), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crush στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'crush'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fake | sly

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης