cursor

Listen:
 /ˈkɜːsə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
cursor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: indicator)κέρσορας ουσ αρσ
 I can't figure out why the cursor disappeared.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
hover your mouse over [sth],
hover your cursor over [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(computing: place mouse, cursor on [sth])περνάω με το ποντίκι μου πάνω από κτ περίφρ
 Hover your mouse over the image for more information.
 Πέρνα με το ποντίκι πάνω από την εικόνα για περισσότερες πληροφορίες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'cursor' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cursor στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cursor'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.