deadline

Listen:
 [ˈdɛdlaɪn]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deadline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (time, date when [sth] is due)προθεσμία ουσ θηλ
  (επίσημο)καταληκτική ημερομηνία επίθ + ουσ θηλ
  (ζαργκόν)deadline ουσ ουδ άκλ
 The deadline for this work is today, so I really need to get on with it.
 Η προθεσμία γι' αυτή τη δουλειά είναι σήμερα, επομένως πρέπει πραγματικά να την προχωρήσω.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
meet a deadline v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (do [sth] within allotted time)τηρώ μια προθεσμία έκφρ
work to a deadline v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (aim to finish task before allotted date)εργάζομαι με συγκεκριμένη προθεσμία περίφρ
work to a tight deadline v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (aim to finish task in short time)εργάζομαι με πιεστική προθεσμία περίφρ
  έχω να προλάβω μια πιεστική προθεσμία περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'deadline' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: the deadline [date, time, extension], a [Friday, March, ten o'clock] deadline, the deadline is this [Friday], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deadline στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'deadline'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης