dedicated

Listen:
 [ˈdɛdɪkeɪtɪd]


Σε αυτή τη σελίδα: dedicated, dedicate

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dedicated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (set apart for special use) (για χρήση)ειδικός επίθ
 Performers must use the dedicated entrance behind the theatre.
 Οι ηθοποιοί πρέπει να χρησιμοποιούν την ειδική είσοδο πίσω από το θέατρο.
dedicated to [sth] adj + prep (devoted to one thing) (σε κάτι)αφιερωμένος μτχ πρκ
 The museum is dedicated to antiquities and silver works.
 Το μουσείο είναι αφιερωμένο σε αρχαιότητες και έργα αργυροχοΐας.
dedicated to doing [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (devoted to one task) (σε δραστηριότητα)αφιερωμένος μτχ πρκ
 My evenings are dedicated to practising the piano.
 Τα βράδια μου είναι αφιερωμένα στην εξάσκηση πιάνου.
dedicated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: committed)αφοσιωμένος μτχ πρκ
 He is a dedicated employee.
 Είναι ένας αφοσιωμένος υπάλληλος.
dedicated to [sth] adj + prep (person: committed to [sth])αφοσιωμένος μτχ πρκ
 Christina is dedicated to her work.
 Η Χριστίνα είναι αφοσιωμένη στη δουλειά της.
dedicated to doing [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (person: committed to a task)που κάνει κτ με αφοσίωση περίφρ
  αφοσιωμένος στο να κάνει κτ περίφρ
 Harry is a conscientious employee, dedicated to doing his best.
 Ο Χάρυ είναι ένας ευσυνείδητος υπάλληλος, αφοσιωμένος στο να κάνει το καλύτερο που μπορεί.
dedicated to [sb] adj + prep (inscribed to [sb](ως αφιέρωση)αφιερωμένος μτχ πρκ
 The book was dedicated to the author's daughter.
 Το βιβλίο ήταν αφιερωμένο στην κόρη του συγγραφέα.
dedicated to [sb/sth] adj + prep (monument, building opening) (με γενική)εγκαινιάζομαι προς τιμήν περίφρ
 Yesterday, the monument was dedicated to the thousands who died during the epidemic.
 Χθες εγκαινιάστηκε το μνημείο προς τιμήν των χιλιάδων θυμάτων της επιδημίας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dedicate [sth] to [sth] vtr + prep (set aside for) (κάτι για κάτι)προορίζω ρ μ
 Alan dedicated the money to charity.
 Ο Άλαν προόριζε τα χρήματα για φιλανθρωπικό σκοπό.
dedicate [sth] to doing [sth] vtr + prep (devote) (κάτι σε κάτι, κάτι για να κάνω κάτι)αφιερώνω ρ μ
 I'm going to dedicate my weekend to finishing a speech I'm writing.
 Θα αφιερώσω το σαββατοκύριακό μου για να τελειώσω μία ομιλία που γράφω.
dedicate [sth] to [sb] vtr + prep (declare: in honor of [sb](κάτι σε κάποιον)αφιερώνω ρ μ
 I would like to dedicate this award to my mother, who always believed in me.
 Θα ήθελα να αφιερώσω το βραβείο αυτό στη μητέρα μου, η οποία πάντα πίστευε σ' εμένα.
dedicate [sth] to [sth] vtr + prep (declare: in honor of [sth](κάτι σε κάτι)αφιερώνω ρ μ
 The artist dedicated the sculpture to the memory of those who had fallen during the war.
 Ο καλλιτέχνης αφιέρωσε το γλυπτό στη μνήμη εκείνων που έπεσαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.
dedicate [sth] to [sb] vtr + prep (book: inscribe) (σε κάποιον)γράφω αφιέρωση περίφρ
 The author signed the fan's book and dedicated it "To dear Ellen".
 Ο συγγραφέας υπέγραψε το βιβλίο της θαυμάστριάς του και έγραψε αφιέρωση, «Στην αγαπημένη μου Έλεν».
dedicate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (building: declare open)εγκαινιάζω ρ μ
  (με εκδήλωση)κάνω τα εγκαίνια περίφρ
 The school dedicated the new building on Sunday.
 Το σχολείο εγκαινίασε το νέο κτίριο την Κυριακή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
dedicated | dedicate
ΑγγλικάΕλληνικά
dedicated to [sb]'s memory,
dedicated to the memory of [sb]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(in tribute) (κάποιου)στη μνήμη περίφρ
  (λόγιος)εις μνήμιν περίφρ
  (κατά λέξη)αφιερωμένος στη μνήμη περίφρ
 After Samantha died, her parents created a scholarship fund dedicated to their daughter's memory.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dedicated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a dedicated [father, worker, service, hotline], dedicated to the [team, company, cause, organization], is dedicated to her [children, family, work], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dedicated στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dedicated'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dear | knack

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης