dedication

Listen:
 /ˌdɛdɪˈkeɪʃən/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
dedication nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commitment)αφοσίωση ουσ θηλ
 The teacher's dedication to her students was admirable.
dedication nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (consecration)εγκαινιασμός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)εγκαίνια ουσ ουδ πλ
 The dedication of the new church will take place on Sunday.
dedication nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in book: inscription)αφιέρωση ουσ θηλ
 The book bore a dedication to the author's husband.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'dedication' found in these entries
In the English description:
Collocations: [attended, led, opened] the dedication ceremony, [years, decades] of dedication to, [years] of dedication in [helping, providing, guaranteeing, maintaining, keeping], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dedication στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dedication'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clever | creep

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.