dedication

Listen:
 [ˌdɛdɪˈkeɪʃən]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dedication nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commitment)αφοσίωση ουσ θηλ
 The teacher's dedication to her students was admirable.
 Η αφοσίωση της δασκάλας στους μαθητές της ήταν αξιοθαύμαστη.
dedication nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (consecration)εγκαινιασμός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)εγκαίνια ουσ ουδ πλ
 The dedication of the new church will take place on Sunday.
 Τα εγκαίνια της νέας εκκλησίας θα λάβουν χώρα την Κυριακή.
dedication nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in book: inscription)αφιέρωση ουσ θηλ
 The book was signed with a dedication by the author "To Jane".
 Το βιβλίο έφερε μια αφιέρωση του συγγραφέα, «Στη Τζέην».
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dedication' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: [attended, led, opened] the dedication ceremony, [years, decades] of dedication to, [years] of dedication in [helping, providing, guaranteeing, maintaining, keeping], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dedication στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dedication'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: full | neat

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης