default

Listen:
 [dɪˈfɔːlt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
default nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (base condition)προεπιλογή ουσ θηλ
  προεπιλεγμένος μτχ πρκ
 Do you want these settings to be the default for all new documents?
 Θέλεις αυτές οι ρυθμίσεις να αποτελούν προεπιλογή για όλα τα νέα έγγραφα;
default nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (absence of alternatives)δεν υπάρχει εναλλακτική περίφρ
  απουσία εναλλακτικής περίφρ
 The new leader's election wasn't because the people particularly liked him; it was just the default.
 Η εκλογή του νέου ηγέτη δεν έγινε επειδή είναι ιδιαίτερα αρεστός στον κόσμο - απλά δεν υπήρχε εναλλακτική.
 Η εκλογή του νέου ηγέτη δεν έγινε επειδή είναι ιδιαίτερα αρεστός στον κόσμο - έγινε απουσία εναλλακτικής.
default nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (failure to act)απραξία ουσ θηλ
 George didn't respond to any of the letters he received and this default resulted in him receiving a court summons.
 Ο Τζορτζ δεν απάντησε σε καμία από τις επιστολές που έλαβε και αυτή του η απραξία είχε ως αποτέλεσμα να λάβει κλήτευση ενώπιον δικαστηρίου.
default nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (failure to repay)αδυναμία πληρωμής φρ ως ουσ θηλ
  (μη πληρωμή)αθέτηση ουσ θηλ
 The company is in default on several loans.
 Η εταιρεία βρίσκεται σε αδυναμία πληρωμής για αρκετά δάνεια.
default nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (non-appearance in court)μη εμφάνιση στο δικαστήριο περίφρ
 Jean failed to appear in court and was penalized for default.
 Η Τζέιν δεν κατάφερε να παρουσιαστεί και της επιβλήθηκαν κυρώσεις για μη εμφάνιση στο δικαστήριο.
default n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (standard, base)προεπιλεγμένος μτχ πρκ
  βασικός επίθ
  (καθομιλουμένη)στάνταρ επίθ άκλ
 This is the default font; if you want to change it, you can choose something else from the menu bar.
 Αυτή είναι η προεπιλεγμένη γραμματοσειρά. Αν επιθυμείς να την αλλάξεις μπορείς να διαλέξεις κάποια άλλη από το μενού.
default viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (fail to repay)αδυνατώ να πληρώσω περίφρ
  αθετώ τις υποχρεώσεις μου περίφρ
  βρίσκομαι σε αδυναμία πληρωμής περίφρ
 Robert took out a loan to buy his new car, but the car was repossessed when he defaulted.
 Ο Ρόμπερτ πήρε ένα δάνειο για να αγοράσει το νέο του αυτοκίνητο, αλλά αυτό κατασχέθηκε όταν αθέτησε τις υποχρεώσεις του.
default on [sth] vi + prep (fail to repay)αδυνατώ να αποπληρώσω κτ, αδυνατώ να ξεπληρώσω κτ περίφρ
  δεν μπορώ να αποπληρώσω κτ περίφρ
 The family's house was repossessed when they defaulted on the mortgage.
 Το σπίτι της οικογένειας κατασχέθηκε όταν δεν μπόρεσαν να αποπληρώσουν το δάνειο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
default nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: loss, failure)μη εμφάνιση περίφρ
  απουσία ουσ θηλ
 The player's default meant her opponent won.
default viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sport: lose, fail)μη διαθέσιμη μετάφραση
 Audrey won the match when her opponent defaulted.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
by default advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the absence of alternatives)εξ ορισμού έκφρ
 When his opponent pulled out of the match, he won by default.
by default advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (not actively or purposefully) (κατά λέξη)όχι από επιλογή περίφρ
Σχόλιο: Μπορεί να αποδοθεί και ως «από τύχη» ή «από ατυχία», «αυτόματα», «απευθείας», «εξ ορισμού», «από τη φύση μου» κ.λπ., ανάλογα με την περίπτωση.
default gateway nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: router) (πληροφορική)προεπιλεγμένη πύλη περίφρ
 The default gateway is an entry and exit point for traffic between networks.
default model nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (financial: identifies risk) (οικον: ανάλυση κινδύνου)μοντέλο αθέτησης φρ ως ουσ ουδ
default program nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (software set automatically)προεπιλεγμένο πρόγραμμα περίφρ
 For the internet, I have Firefox set as my default program.
default setting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computer: option selected automatically)προεπιλεγμένη ρύθμιση φρ ως ουσ θηλ
default value nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (automatic setting or number)προεπιλεγμένη τιμή, προκαθορισμένη τιμή περίφρ
  προτεροτιμή ουσ θηλ
 The default value for many combination locks is 9999.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'default' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [financial, mortgage, payment] default, [sheer, pure, mindless] default, is [facing, heading for] financial default, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση default στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'default'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης