delight

 /dɪˈlaɪt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
delight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pleasure, joy) (ευχαρίστηση)απόλαυση, τέρψη ουσ.θηλ.
delight [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make happy)τέρπω, ευχαριστώ ρ.μετ.
 The birthday presents Mary received certainly appeared to delight her.
 Τα δώρα που έλαβε η Μαρία για τα γενέθλιά της φάνηκε να την ευχαριστούν πραγματικά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
delight in vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (take pleasure in)απολαμβάνω,τέρπομαι ρ.μετ.
 They took great delight in the beautiful sunset.
take delight in [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (enjoy)απολαμβάνω, χαίρομαι ρ.μετ.
 Since he had a heart attack, Stefan has learned to take delight in simple pleasures.
Turkish delight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (confectionery)λουκούμι, λουκουμάκι ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'delight' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση delight στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'delight'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης