delight

Listen:
 /dɪˈlaɪt/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
delight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pleasure, joy)χαρά ουσ θηλ
  απόλαυση, ευχαρίστηση, ικανοποίηση ουσ θηλ
 Sarah's delight at seeing her old friend was obvious from the big smile on her face.
a delight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cause of pleasure, joy)απόλαυση ουσ θηλ
  (εμφατικός τύπος)σκέτη απόλαυση φρ ως ουσ θηλ
 Your children are so well behaved; they're a delight!
delight [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make happy)χαροποιώ, ευχαριστώ, ικανοποιώ ρ μ
  κάνω χαρούμενο περίφρ
 The birthday presents Mary received certainly appeared to delight her.
delight in [sth] vi + prep (enjoy)απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι ρ μ
  χαίρομαι με κτ, ευχαριστιέμαι με κτ, ικανοποιούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  παίρνω χαρά από κτ περίφρ
 Stefan delights in simple pleasures since his heart attack.
delight in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (enjoy doing)χαίρομαι να κάνω κτ περίφρ
  απολαμβάνω να κάνω κτ περίφρ
 The children delight in tormenting their babysitter.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
take delight in [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (enjoy)απολαμβάνω, χαίρομαι ρ μ
 They took great delight in the beautiful sunset.
Turkish delight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (confectionery)λουκούμι, λουκουμάκι ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'delight' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση delight στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'delight'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ stroke

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης